Silvox Records

Πληροφορίες
Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Δύσκολη η ζωή στον ξένο τόπο. Άσωστες αρμαθιές ο πόνος, η αγωνία, η πίκρα, η νοσταλγία και η μοναξιά σπασμένο γυαλί. Ο καιρός περνά, η ανάγκη γίνεται συνήθεια.

Ο καινούργιος έρωτας σκιάζει πρόσωπα κι αγάπες. Η ξενιτιά γίνεται δίχτυ, σαγήνη, γυναίκα και καταλαγιάζει η νοσταλγία του νόστου.
Τραγούδι της ξενιτιάς η προέλευσή του είναι από το Πωγώνι της Ηπείρου.

Μαύρα μου χελιδόνια, από την Αραπιά,
κι άσπρα μου περιστέρια, από τη Μοσχοβιά.

Αυτού ψηλά που πάτε για χαμηλώσετε.
Να πάρω μια φτερούγα, να πάρω ένα φτερό.

Να γράψω ένα γράμμα και μια ψιλή γραφή.
να στείλω στην αγάπη, να μην με καρτερεί.

Εδώ στα ξένα που ‘μαι, εδώ στα μακρινά.
Μου δώσαν για γυναίκα, μια σκύλα μάγισσα.

Μαγεύει τα καράβια και δεν φεύγουνε.
Με μάγεψε και μένα και δεν έρχομαι.

Μόλις κινώ για να ‘ρθω μπόρες και βροχές.
Όταν γυρίζω πίσω αχ ήλιος ξαστεριές.

5:29

Θεός ο έρωτας, αδιάκοπα ζωντανός, γλυκός, μα καθόλου σπλαχνικός. Μάστορας στον πόλεμο, κόκκινο – μαύρο, κοφτερό σπαθί και λαβώνει.

Το τραγούδι γράφτηκε στα 1900 για μια όμορφη Όλγα, παράφορος έρωτας του Καπεσοβίτη Μιχάλη Βουλοδήμου ο οποίος ήταν μετανάστης στο Κάιρο της Αιγύπτου. Αρρώστησε από ελονοσία και γύρισε στο Καπέσοβο όπου και πέθανε από τον καημό της Όλγας η οποία παντρεύτηκε άλλον.

Στο Κάιρο αρρώστησα
στα Γιάννενα θα γειάνω.
Στην άκρη απ’ το Καπέσοβο
θα πέσω να πεθάνω.

Όλγα ζάχαρη Όλγα μέλι
Όλγα ζαχαροθρεμένη.

Ορέ Καπέσοβο Καπέσοβο
που ‘χεις το Κρυονέρι
Έχεις κορίτσια όμορφα
που ‘ναι γλυκά σαν μέλι.

Για τε σένα, για τε σένα
πάνω κι έρχομαι στα ξένα

Ορέ με δείραν και με μάλωσαν
και μου ‘καναν την τύχη
Σ’ αυτή τη ρούγα μη διαβείς
ώσπου να γένεις νύφη.

Όλγα ζάχαρη Όλγα μέλι
Όλγα ζαχαροθρεμένη.

Ορέ Καπέσοβο Καπέσοβο
όσο μικρό κι αν είσαι
Έχεις κορίτσια όμορφα
και μην παραπονείσαι.

Για τε σένα, για τε σένα
πάνω κι έρχομαι στα ξένα.

3:28

Το νάζι της γυναίκας και το πάθος του εραστή γίνονται διάλογος, παιχνίδι με τον έρωτα, της ελεύθερης ζωής. Μπαζαρκάνα σημαίνει γυναίκα πεταχτή, ερωτιάρα. Το τραγούδι περιγράφει την συμπεριφορά κοινωνικών ομάδων στα Γιάννενα κατά τον 19ο αιώνα.

Αχ να σκάσεις Μπαζαρκάνα,
εγώ ειμ’ ασίκης σου,
που ‘ρχομαι κάθε βράδυ κάθε βράδυ
μέσα στο σπίτι σου.

χέρι να μην απλώσεις
στο φουστανάκι μου,
γιατί ειμ’ αρχοντοπούλα
βαρύ το τζάκι μου.

Αχ, εσύ είσ’ αρχοντοπούλα,
κι εγω φτωχό παιδί
εγώ θα σε φιλήσω Μπαζαρκάνα,
κι ας πάω φυλακή.

Αχ εσύ είσ’ αρχοντοπούλα
κι εγω σπαθάκι σου,
πάρε με να σου στρώνω Μπαζαρκάνα
το κρεβατάκι σου.

3:37

Ο έρωτας Μεθύσι παράφορο, δεν γνωρίζει σύνορα, ήθη, θρησκείες, επαγγέλματα, κοινωνικές θέσεις, πλούτο, φτώχεια. Κυρίαρχος, νου και ψυχή ενώνει, χωρίζει, παιδεύει, λυτρώνει, τρελαίνει.

Γιαννιώτικο τραγούδι που αναφέρεται στην ερωτική περιπέτεια ενός νέου -ανεψιού του άρχοντα Νικολάκη Αθανασίου των Ιωαννίνων- που αγάπησε παράφoρα την τουρκάλα Φατιμέ ή Φατμέκου τραγουδίστρια του καφέ αμάν. Το αρχοντόπουλο για να αποφύγει την κοινωνική κατακραυγή κατέληξε στα Μπιτόλια, το ελληνικό Μοναστήρι.

Εγώ ήμουν τ’ αρχοντόπουλο,
Ανψιός του Νικολάκη
Φατιμέ τι μου ‘κανες;
Μπιτόλια μ’ έστειλες.

Εγώ ήμουν που κουβέντιαζα,
Με μπέηδες με αγάδες,
Φατιμέ τι μου κανες;
στα Μπιτόλια μ’ έστειλες.

Και τώρα πως κατάντησα,
Να φτιάχνω εγώ μασiάδες,
Φατιμέ τι μου κανες;
στα Μπιτόλια μ’ έστειλες.

Φατμέ μου, σε παρακαλώ,
Τα μάγια να μου λύσεις,
Φατιμέ τι μου κανες;
στα Μπιτόλια μ’ έστειλες.

9:04

Πλημμυρίδα ασυγκράτητη η καινούργια αγάπη και γεμίζει τις καρδιές και ξεχνιούνται οι παλιές αγάπες.

Ανήκει στην κατηγορία των ερωτικών τραγουδιών. Πρόκειται για ένα από τα τραγούδια που κυριαρχούσε και κυριαρχεί στα γλέντια και σε παραγγελιά.

Πέρασε ένα καλοκαίρι,
και δε μου δεν μου ‘στειλες χαμπέρι

Τι χαμπέρι να σου στείλω
που ‘πιασα καινούργιο φίλο

Που ‘πιασα καινούργιο φίλο
τον παλιό δεν τον αφήνω

Τον παλιό δεν τον αφήνω
ξένος είμαι και θα φύγω

3:22

Στιγμές ανάπαυλας στο κλέφτικο λημέρι που μυρίζει μπαρούτι και αψύ τσίπουρο. Το κεφάλι γερμένο πίσω, τα μάτια μισόκλειστα και μια μακρόσυρτη βαθιά φωνή γεμίζει το τοπίο με ιστορίες της παλικαροσύνης. Άντρες με φλογισμένα μάτια, με πρόσωπα άγρια, τυραγνημένα από τον Τούρκο, τον πόλεμο, την πείνα, και την αϋπνία, ευπρεπίζονται και χορεύουν.

Εικόνες του Βρυζάκη και του Ντελακρουά που μετουσιώνονται σε έμμετρο λόγο.

Οι κλέφτες διακρίνονται σε δύο μουσικές παραλλαγές, στους «κλέφτες οι Βελτσιστινοί» κι οι «κλέφτες οι παλιοί». Τραγούδι του 19ου αιώνα που αναφέρεται στη συνήθεια-ανάγκη των κλεφτών σε στιγμές ξεκούρασης να ευπρεπίζονται. Αργός-βαρύς χορός ιδιαίτερα για τον πρώτο χορευτή που του δίνεται η ευκαιρία να αυτοσχεδιάσει.

Οι κλέφτες εξουρίζονταν πω-πω,
οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Χορεύουν τα κλεφτόπουλα πω-πω,
οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Ώρε με τα γυαλιά ξουρίζονταν πω-πω,
οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Ώρε κι ο καπετάνιος χόρευε πω-πω,
ωρ’ ν’ οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

4:12

Η ομορφιά της νέας γυναίκας προκαλεί τις αισθήσεις κι ο έρωτας παιχνιδιάρης τρυπώνει στην καρδιά του γέρου άνδρα αλλά το κορμί δεν υπακούει.

Ερωτικό τραγούδι που παλαιότερα τραγουδιόταν από παρέες αλλά και στο δρόμο (πατινάδα).

Τι να σε κάνω Χάιδω μ’ δεν μπορώ, κι εσύ θέλεις παιχνίδια
Κι εγώ παιχνίδια Χάιδω μ’ δεν μπορώ

κι εγώ παιχνίδια Χάιδω μ’ δεν μπορώ, παιχνίδια να σου παίξω
θέλεις στην κούνια Χάιδω μ’ βάλε με, άιντε βάλε με

θέλεις στην κούνια Χάιδω μ’ βάλε με, θέλεις στη σαρμανίτσα
και με το πόδι σ’ Χάιδω ‘μ κόυνα με, άιντε κούνα με

και με το πόδι σ’ Χάιδω μ’ κόυνα με, και με τα χέρια σ’ γνέσε
και με το στόμα σ’ Χάιδω μ’ το γλυκό

και με το στόμα σ’ Χάιδω ‘μ, το γλυκό, πες μας γλυκά τραγούδια
γω τί τραγούδια Χάιδω μ’, να σας πω, άιντε να σας πω

5:53

Δεν έχουν τελειωμό οι καημοί και τα πάθη της μάνας. Αγιάζει καθημερινά μέσα από το διαρκές μαρτύριό της.

Αυτό το τραγούδι των Γρεβενών περιγράφει τους χαλεπούς καιρούς όταν η δεσποτική εξουσία των Τούρκων για να προκαλέσει δέος και να εμπνεύσει υποταγή, διαπράττει απαγωγές, φρικτά βασανιστήρια και μαρτυρικούς θανάτους.

Άιντε, μια Κυριακή, ώρε Kίτσαμ το πρωί
Άιντε, κι ένα Σαββάτο βράδυ μας κλέψαν
την Αρμένισσα

Άιντε μας κλέψαν, την Αρμένισσα
μαζί με τον υγιό της,
παίρνουν και σφάζουν τον υγιο

Άιντε, παίρνουν και σφάζουν τον υγιό,
και στο σουβλί τον βάζουν
κι η μάνα του παιδιά ‘μ τον έκλαιγε

5:30

Ο έρωτας δεσμώτης της καρδιάς κάνει τον ψυχικό κόσμο να πλαταίνει σε συναισθήματα, να βαθαίνει σε ευαισθησία να μπερδεύεται, και να ξεχειλίζουν τα πάθια της νιότης και, από τα χείλη ξαφνικά ξεσπάσματα.

Σκοπός αγαπητός στην Ήπειρο και στα Γρεβενά πάνω στον οποίο ταιριάζονται ερωτικά δίστιχα που από περιοχή σε περιοχή αλλάζουν. Χορεύεται και τραγουδιέται, την στιγμή που το γλέντι έχει φτάσει στο αποκορύφωμα.

Άιντε μωρέ σεβντά, καρασεβντά,
πως μ’ έχεις καταντήσει.
Άιντε εικοσιδυό χρονών παιδί
στα μαύρα μ’ έχεις ντύσει.

Αχ σεβντά μου αχ σεβντά μου,
δεν σε γλέντησε η καρδιά μου.

Αχ από σεβντά δεν ήξερα,
δεν ήμουν μαθημένο.
Και τώρα που αγάπησα,
βρέθηκα μπερδεμένο.

Τον σεβντά μου ν’ αποκτήσεις
και ζουρλή να καταντήσεις.

Ωρε σεβντάδες ηταν δώδεκα,
κι ένας ήταν περίσσιος.
Σαν το σεβντά του κοριτσιού
Δεν είν’ ο πελαγίσιος.

Τον σεβντά μου ν’ αποκτήσεις
και ζουρλή να καταντήσεις.

5:28

Ανείπωτος ο πόνος του ξενιτεμού. Καημός, πόθος, χωρισμός. Σπουδή στη μοναξιά. Ήχος βαθύς, βουερός σαν τη γη της Πίνδου που σπάει το κρύσταλλο της ψυχής.

Τραγούδι της ξενιτιάς με ένα θαυμάσιο διάλογο ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι την ώρα του αποχωρισμού.

Ωρέ τι στέκεις μαραμένη
μωρ Αλεξάνδρα;
Αχ τι στέκεις κλαμένη

Μην είσ’ απ’τον αγέρα
βρ’ Αλεξάνδρα;
Αχ μην είσ’ απ’την δροσιά

Δεν είμ’ απ’ τον αγέρα
βρε λεβέντη.
Αχ δεν είμ’ απ’ τη δροσιά

Μον’ ειμ’ από τ’εσένα
βρε λεβέντη.
αχ που πας στη ξενιτιά

5:43

Φυσικό αίσθημα ο έρωτας, αυθόρμητο, αναγκαίο που ομολογείται χωρίς ντροπή και κρατιέται από την καθαρή γραμμή του προσώπου, την κομψότητα, την ευγένεια και τη χάρη της γυναίκας.

Το τραγούδι ανήκει στην κατηγορία των τραγουδιών του έρωτα με πολλές παραλλαγές στους τελευταίους στίχους.

Άιντε, θέλω να στο πω,
θέλω να στο πω και πάλι δεν μπορώ

Άιντε θέλω να στο πω,
θέλω να στο πω και πάλι ντρέπομαι

Άιντε, τ’ αχειλάκι σου,
Άιντε, τ’ αχειλάκι σου, το μαγουλάκι σου

Άιντε, χείλι κόκκινο,
Αχ σταυρός να να γίνω στον άσπρο σου λαιμό

6:04

Ακράταγο ποτάμι ο θρηνητικός διάλογος, όπου η μάνα με ασώπαστο πόνο καλεί, από την σκοτεινή λησμοσύνη του κάτω κόσμου την νεκρή κόρη της και συνομιλούν.

Τελετουργικός χορός που χορεύεται την πρώτη μέρα του Πάσχα στα χωριά των Γρεβενών (Σαρακήνα, Σπήλαιο, Άγιος Γεώργιος, Αμυγδαλιές, Πρόσβορο, Αβδέλλα), της Ημαθίας (Ρουμλούκι) και της Ηπείρου (Βωβούσα).

Σήμερα Δέσπωμ Πασχαλιά
Κι αύριο Χριστός Ανέστη
Κι εσύ Δέσπωμ δε φαίνεσαι
Να έβγεις στο σιργιάνι
Δέσπω μου κλαίει το παιδί
Κλαίει και δε μερώνει
Αν έχτε μήλο δώστε του
Κυδώνι να μερώσει
Κι αν δεν μερώσει κι από τ’ αυτό
Σκάψε παράχωσέ το
Φκιάσε τα νύχια σου τσαπιά
Την απαλάμη φτυάρι

3:28

Τέλειωσε το πανηγύρι, ξεθύμανε το γλέντι. Το τελευταίο τραγούδι γεμάτο ένταση και μεγαλοπρέπεια λυτρώνει ψυχές και σώματα από τη δύσκολή ώρα του αποχωρισμού και τα γυρίσματα του χρόνου.Είναι το τελευταίο τραγούδι του πανηγυριού ή του γλεντιού, όπου μουσικοί και πανηγυριστές αποχωρίζονται για ν’ ανταμώσουν του χρόνου.

Τώρα στα ξεχωρίσματα έλα γιέ μου να φιληθούμε,
γιατί έχουμε ζωή και θάνατο, ποιος ξέρ’ γιέ’μ, αν θ’ ανταμωθούμε.

Έλα –Έλα πέρδικά μου, στα χεράκια τα δικά μου

Ώρε, ν’ εγώ εδώ κι εσύ αλλού, με όνειρα γιε μου θα ζούμε.
Βόηθα Χριστέ και Παναγιά, βοήθα πάλι να σμιχτούμε.

Έλα –Έλα σα σου λέγω, μη με τυραννάς και κλαίγω.

Ώρε, ν’ήρθε ο καιρός παιδιά να φύγουμε,στα σπίτια μας, γιέ μου, να πάμε.
Ώρε, του χρόνου να’ μαστέ καλά,πάλι εδώ για να γλεντάμε.

Έλα –Έλα πέρδικα μου, ώρε, στα χεράκια τα δικά μου

8:05