Kyklos Records

Πληροφορίες

Παραγωγή: Μάκης Σεβίλογλου
Συμμετοχή: Δημήτρης Λάππας (κιθάρα), Γιώργος Τζούκας (πιάνο), Γιάννης Δανίτσας (κλαρίνο), Δημήτρης Κίτσιος (κοντραμπάσο)

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Νυχτώνει πάλι κι ο ουρανός
τα μάτια του ανοίγει
γίνεται η σκέψη μου καπνός
κι ένας καημός βαρύς γλυκός
σύννεφο με τυλίγει

Βαραίνουνε τα μάτια μου
τα βλέφαρά μου γέρνουν
κι από το στρώμα μου γλυκά
σαν χάδια που ‘ρχονται κρυφά
τα όνειρα με παίρνουν

Κι είν’ ο έρωτας αντάρτης
άστατος σαν μήνας Μάρτης
σκέρτσα και καμώματα
κι είν’ ο έρωτας σαν ναύτης
που του σβήστηκε ο χάρτης
μες στην καταχνιά τον βρίσκουν
τ’ άσπρα ξημερώματα

Στου πρωινού την ομορφιά
τα μάτια μου ανοίγω
τυφλώνομαι στο πρώτο φως
κι ένας καφές βαρύς γλυκός
με συνεφέρνει λίγο

Μα επιστρέφεις σαν φονιάς
και τα νερά ταράζεις
πετάς τα ρούχα που φοράς
μες στο μυαλό μου κολυμπάς
και δύσκολα μου βάζεις

3:50

Πλημμυρίδα ασυγκράτητη η καινούργια αγάπη και γεμίζει τις καρδιές και ξεχνιούνται οι παλιές αγάπες.

Ανήκει στην κατηγορία των ερωτικών τραγουδιών. Πρόκειται για ένα από τα τραγούδια που κυριαρχούσε και κυριαρχεί στα γλέντια και σε παραγγελιά.

Πέρασε ένα καλοκαίρι,
και δε μου δεν μου ‘στειλες χαμπέρι

Τι χαμπέρι να σου στείλω
που ‘πιασα καινούργιο φίλο

Που ‘πιασα καινούργιο φίλο
τον παλιό δεν τον αφήνω

Τον παλιό δεν τον αφήνω
ξένος είμαι και θα φύγω

4:42

Ο έρωτας Μεθύσι παράφορο, δεν γνωρίζει σύνορα, ήθη, θρησκείες, επαγγέλματα, κοινωνικές θέσεις, πλούτο, φτώχεια. Κυρίαρχος, νου και ψυχή ενώνει, χωρίζει, παιδεύει, λυτρώνει, τρελαίνει.

Γιαννιώτικο τραγούδι που αναφέρεται στην ερωτική περιπέτεια ενός νέου -ανεψιού του άρχοντα Νικολάκη Αθανασίου των Ιωαννίνων- που αγάπησε παράφoρα την τουρκάλα Φατιμέ ή Φατμέκου τραγουδίστρια του καφέ αμάν. Το αρχοντόπουλο για να αποφύγει την κοινωνική κατακραυγή κατέληξε στα Μπιτόλια, το ελληνικό Μοναστήρι.

Εγώ ήμουν τ’ αρχοντόπουλο,
Ανψιός του Νικολάκη
Φατιμέ τι μου ‘κανες;
Μπιτόλια μ’ έστειλες.

Εγώ ήμουν που κουβέντιαζα,
Με μπέηδες με αγάδες,
Φατιμέ τι μου κανες;
στα Μπιτόλια μ’ έστειλες.

Και τώρα πως κατάντησα,
Να φτιάχνω εγώ μασiάδες,
Φατιμέ τι μου κανες;
στα Μπιτόλια μ’ έστειλες.

Φατμέ μου, σε παρακαλώ,
Τα μάγια να μου λύσεις,
Φατιμέ τι μου κανες;
στα Μπιτόλια μ’ έστειλες.

7:31

Πάνω σε καρβουνάκι αναμένο
θα στέκομαι και θα σε περιμένω
μήπως φανείς κι ο ουρανός ανοίξει
τόση βροχή αυτό το βράδυ θα με πνίξει

Άχου δεν περνάει η νύχτα
πιάσ’ τα όνειρα και πνίχτα
βάλε μια φωνή μεγάλη
να βρεθεί αγάπη άλλη

Κοιτάζω απ’ του παράθυρου τη γρίλια
μήπως φανείς με τα βαμένα χείλια
έχει ο βυθός γωνιές να περιμένω
στήνω καρτέρι και σε πετυχαίνω

2:54

Αχ καρδούλα μου
Αχ καρδούλα μου για πες μου την αλήθεια σου.
Πόσο γρήγορα χτυπάς στα καρδιοχτύπια σου.
Τι ‘ναι αυτό που λένε αγάπη;

Αχ μανούλα μου.
Το ποτάμι που κυλάει μες την καρδούλα μου,
μια τη φέρνει, μια την πάει τη βαρκούλα μου.
Μήπως είναι αυτό αγάπη;

Αχ αγάπη μου.
Από αγάπη κλαίει γελάει το ματάκι μου.
Κι ως τον ουρανό πετάει το κορμάκι μου.
Μήπως είναι αυτό αγάπη;

Αχ αγάπη μου.
Οι καλοί χωράμε χίλιοι, μαζευτήκαμε.
Άλλοι έτσι, άλλοι αλλιώς αν γεννηθήκαμε.
Μήπως είναι αυτό αγάπη;

Αχ ζωούλα μου.
Τόση δύναμη που κρύβω στην καρδούλα μου,
τόσο φως που αντικρίζω,
θέλω να σου πω…
πως πολύ σε αγαπάω.

Αχ βρε έρωτα.
Δε μ’ αρέσουνε τα μούτρα τα ξενέρωτα.
Η ζωή θέλει αγάπη,
Θέλει να της λες…
ΤΙ ΠΟΛΥ ΠΟΥ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ.

3:33

Δύσκολη η ζωή στον ξένο τόπο. Άσωστες αρμαθιές ο πόνος, η αγωνία, η πίκρα, η νοσταλγία και η μοναξιά σπασμένο γυαλί. Ο καιρός περνά, η ανάγκη γίνεται συνήθεια.

Ο καινούργιος έρωτας σκιάζει πρόσωπα κι αγάπες. Η ξενιτιά γίνεται δίχτυ, σαγήνη, γυναίκα και καταλαγιάζει η νοσταλγία του νόστου.
Τραγούδι της ξενιτιάς η προέλευσή του είναι από το Πωγώνι της Ηπείρου.

Μαύρα μου χελιδόνια, από την Αραπιά,
κι άσπρα μου περιστέρια, από τη Μοσχοβιά.

Αυτού ψηλά που πάτε για χαμηλώσετε.
Να πάρω μια φτερούγα, να πάρω ένα φτερό.

Να γράψω ένα γράμμα και μια ψιλή γραφή.
να στείλω στην αγάπη, να μην με καρτερεί.

Εδώ στα ξένα που ‘μαι, εδώ στα μακρινά.
Μου δώσαν για γυναίκα, μια σκύλα μάγισσα.

Μαγεύει τα καράβια και δεν φεύγουνε.
Με μάγεψε και μένα και δεν έρχομαι.

Μόλις κινώ για να ‘ρθω μπόρες και βροχές.
Όταν γυρίζω πίσω αχ ήλιος ξαστεριές.

6:01

Στιγμές ανάπαυλας στο κλέφτικο λημέρι που μυρίζει μπαρούτι και αψύ τσίπουρο. Το κεφάλι γερμένο πίσω, τα μάτια μισόκλειστα και μια μακρόσυρτη βαθιά φωνή γεμίζει το τοπίο με ιστορίες της παλικαροσύνης. Άντρες με φλογισμένα μάτια, με πρόσωπα άγρια, τυραγνημένα από τον Τούρκο, τον πόλεμο, την πείνα, και την αϋπνία, ευπρεπίζονται και χορεύουν.

Εικόνες του Βρυζάκη και του Ντελακρουά που μετουσιώνονται σε έμμετρο λόγο.

Οι κλέφτες διακρίνονται σε δύο μουσικές παραλλαγές, στους «κλέφτες οι Βελτσιστινοί» κι οι «κλέφτες οι παλιοί». Τραγούδι του 19ου αιώνα που αναφέρεται στη συνήθεια-ανάγκη των κλεφτών σε στιγμές ξεκούρασης να ευπρεπίζονται. Αργός-βαρύς χορός ιδιαίτερα για τον πρώτο χορευτή που του δίνεται η ευκαιρία να αυτοσχεδιάσει.

Οι κλέφτες εξουρίζονταν πω-πω,
οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Χορεύουν τα κλεφτόπουλα πω-πω,
οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Ώρε με τα γυαλιά ξουρίζονταν πω-πω,
οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Ώρε κι ο καπετάνιος χόρευε πω-πω,
ωρ’ ν’ οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

5:02

Το νάζι της γυναίκας και το πάθος του εραστή γίνονται διάλογος, παιχνίδι με τον έρωτα, της ελεύθερης ζωής. Μπαζαρκάνα σημαίνει γυναίκα πεταχτή, ερωτιάρα. Το τραγούδι περιγράφει την συμπεριφορά κοινωνικών ομάδων στα Γιάννενα κατά τον 19ο αιώνα.

Αχ να σκάσεις Μπαζαρκάνα,
εγώ ειμ’ ασίκης σου,
που ‘ρχομαι κάθε βράδυ κάθε βράδυ
μέσα στο σπίτι σου.

χέρι να μην απλώσεις
στο φουστανάκι μου,
γιατί ειμ’ αρχοντοπούλα
βαρύ το τζάκι μου.

Αχ, εσύ είσ’ αρχοντοπούλα,
κι εγω φτωχό παιδί
εγώ θα σε φιλήσω Μπαζαρκάνα,
κι ας πάω φυλακή.

Αχ εσύ είσ’ αρχοντοπούλα
κι εγω σπαθάκι σου,
πάρε με να σου στρώνω Μπαζαρκάνα
το κρεβατάκι σου.

4:43

Μετρώ τα δέκα τα στερνά
φιλιά που μου ‘χεις δώσει
τι κι αν πληγώνει ο έρωτας
δεν το ‘χω μετανιώσει

Ξέρω τα φέρνει η ζωή
κι όλο φαντάζει ωραία
τα κλάματα και οι χαρές
να περπατούν παρέα

Πόσο σ’ αγάπησα μετρώ
κι ας λένε πως δεν κάνει
να σ’ αγαπήσω πιο πολύ
θέλω για δε μου φτάνει

Βγαίνω στους δρόμους περπατώ
κι όλα φαντάζουν ίδια
δίνουν πακέτα οι τράπεζες
στην πλάτη μας παιχνίδια

Μ’ αν είναι να σταθώ κι εγώ
σε μια ουρά για κάτι
δεν ντρέπομαι άλλη μια φορά
να σου γυρέψω αγάπη

3:17

Η ομορφιά της νέας γυναίκας προκαλεί τις αισθήσεις κι ο έρωτας παιχνιδιάρης τρυπώνει στην καρδιά του γέρου άνδρα αλλά το κορμί δεν υπακούει.

Ερωτικό τραγούδι που παλαιότερα τραγουδιόταν από παρέες αλλά και στο δρόμο (πατινάδα).

Τι να σε κάνω Χάιδω μ’ δεν μπορώ, κι εσύ θέλεις παιχνίδια
Κι εγώ παιχνίδια Χάιδω μ’ δεν μπορώ

κι εγώ παιχνίδια Χάιδω μ’ δεν μπορώ, παιχνίδια να σου παίξω
θέλεις στην κούνια Χάιδω μ’ βάλε με, άιντε βάλε με

θέλεις στην κούνια Χάιδω μ’ βάλε με, θέλεις στη σαρμανίτσα
και με το πόδι σ’ Χάιδω ‘μ κόυνα με, άιντε κούνα με

και με το πόδι σ’ Χάιδω μ’ κόυνα με, και με τα χέρια σ’ γνέσε
και με το στόμα σ’ Χάιδω μ’ το γλυκό

και με το στόμα σ’ Χάιδω ‘μ, το γλυκό, πες μας γλυκά τραγούδια
γω τί τραγούδια Χάιδω μ’, να σας πω, άιντε να σας πω

6:13

Τέλειωσε το πανηγύρι, ξεθύμανε το γλέντι. Το τελευταίο τραγούδι γεμάτο ένταση και μεγαλοπρέπεια λυτρώνει ψυχές και σώματα από τη δύσκολή ώρα του αποχωρισμού και τα γυρίσματα του χρόνου.Είναι το τελευταίο τραγούδι του πανηγυριού ή του γλεντιού, όπου μουσικοί και πανηγυριστές αποχωρίζονται για ν’ ανταμώσουν του χρόνου.

Τώρα στα ξεχωρίσματα έλα γιέ μου να φιληθούμε,
γιατί έχουμε ζωή και θάνατο, ποιος ξέρ’ γιέ’μ, αν θ’ ανταμωθούμε.

Έλα –Έλα πέρδικά μου, στα χεράκια τα δικά μου

Ώρε, ν’ εγώ εδώ κι εσύ αλλού, με όνειρα γιε μου θα ζούμε.
Βόηθα Χριστέ και Παναγιά, βοήθα πάλι να σμιχτούμε.

Έλα –Έλα σα σου λέγω, μη με τυραννάς και κλαίγω.

Ώρε, ν’ήρθε ο καιρός παιδιά να φύγουμε,στα σπίτια μας, γιέ μου, να πάμε.
Ώρε, του χρόνου να’ μαστέ καλά,πάλι εδώ για να γλεντάμε.

Έλα –Έλα πέρδικα μου, ώρε, στα χεράκια τα δικά μου

10:36